Gimme Shelter Film Festival: Death By Metal @Gagarin 205,7/1/2022

0

Παραδόξως, δεν είχα πάει ποτέ πριν στο Gimme Shelter Film Festival. Αυτό που είδα όμως στην πρώτη μου παρουσία σαν παρευρισκόμενος ήταν άκρως θετικό και σίγουρα θα το επισκεφθώ ξανά στο μέλλον. Η τελευταία του βραδιά για φέτος ήταν αφιερωμένη σε έναν τεράστιο μουσικό που άλλαξε όσο ελάχιστοι τον death metal ήχο (αλλά και τον ακραίο ήχο γενικότερα), τον Chuck Schuldiner.

Το ζέσταμα του κόσμου ανέλαβαν οι tech death metallers Blasteroid, οι οποίοι όπως έχουν δηλώσει και στη σελίδα μας είναι τρομερά επηρεασμένοι από τους Death και κάτι τέτοιο φάνηκε στη μουσική τους. Με πολύ καλή τεχνική έπαιξαν πέντε κομμάτια στον χρόνο που είχαν, τρία δικά τους και φυσικά δύο διασκευές σε Death, τα “Defensive Personalities” και “Suicide Machine”. Ετοιμάζονται να κυκλοφορήσουν το πρώτο τους full-length (έχουν και ένα EP μέχρι τώρα), οπότε οι οπαδοί του είδους έχετε το νου σας.

Συνέχεια με ένα preview είκοσι λεπτών από το ντοκιμαντέρ για τους τεράστιους Nightfall που αναμένεται να είναι έτοιμο του χρόνου και η πρώτη του προβολή θα γίνει σε αυτό εδώ το festival. Από τα λίγα που είδαμε, φαίνεται ότι έχει γίνει πάρα πολύ καλή δουλειά με πλάνα από πρόσφατες συναυλίες του συγκροτήματος καθώς και δηλώσεις μουσικών και συντακτών. Περιμένω με ανυπομονησία το τελικό αποτέλεσμα. Στη συνέχεια, πάνω στη σκηνή βρέθηκε ο διοργανωτής του festival που συντόνιζε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση με τον Ευθύμη Καραδήμα, τον σκηνοθέτη του ντοκιμαντέρ των Nightfall Antoine de Montremy και τον Άκη Καπράνο (ex-Septicflesh, ex-Order Of The Ebon Hand, ex-Chaostar).

Η ώρα έφτασε για το κυρίως πιάτο. Είδαμε αρχικά μία σύντομη δήλωση του Gus G. για τον Chuck καθώς και δηλώσεις του Felipe Belalcazar, σκηνοθέτη του ντοκιμαντέρ. Στα της ταινίας, έχω να πω ότι ήταν εξαιρετική. Περιγράφει όλη την πορεία των Death, από τις πρώτες ημέρες σαν Mantas, μέχρι την δημιουργία των Control Denied και τον θάνατο του Chuck. Η αφήγηση μας πηγαίνει από τη μία χρονιά στην άλλη και από το ένα album στο επόμενο. Συντάκτες και στελέχη δισκογραφικών αναλύουν την τεράστια επιρροή που είχε το συγκρότημα στη μουσική σκηνή ενώ πρώην μέλη καταθέτουν γεγονότα και αναμνήσεις. Κάθε album των Death εκπροσωπείται από μουσικούς που έπαιζαν εκεί, αφού βλέπουμε τους Chris Reifert, Rick Rozz, Terry Butler, Sean Reinert, Steve DiGiorgio, Gene Hoglan, Bobby Koelble, Shannon Hamm και Richard Christy. Σημαντική και η συμμετοχή του Eric Greif (πρώτος manager της μπάντας), του τεράστιου Jim Morris των θρυλικών Morrisound Studios καθώς και της οικογένειας του Chuck με την μητέρα του Jane και την αδερφή του Beth. Φυσικά βλέπουμε και τον ίδιο από αρχειακό υλικό.

Αυτό που μου άρεσε πολύ ήταν ότι δεν είναι μία ταινία για να θεοποιηθεί ο Chuck. Όλα τα μέλη μίλησαν χωρίς πρόβλημα για τις δυσκολίες που είχαν μαζί του, για την περίεργη συμπεριφορά του που οδήγησε σε ακυρώσεις περιοδειών και είχαν πλήξει το όνομα των Death κυρίως στην Ευρώπη, όπως και για τον άκομψο τρόπο με τον οποίο έδιωξε κάποιους από το συγκρότημα. Κανείς βέβαια δεν του κράτησε κακία για το ότι απολύθηκαν, αφού κατανοούσαν ότι δεν μπορούσαν πλέον να συμμετέχουν στο όραμά του, τους έμεινε όμως μία πικρία για τον τρόπο που έγινε. Ακούμε επίσης για το πώς αντιλαμβανόταν το θέμα των στίχων που ξέφευγαν από την κλασική τότε ακραία θεματολογία, το πόσο ήθελε να εξελίσσει τον εαυτό του και το συγκρότημα καθώς και την περίοδο που δεν ήθελε να τραγουδάει ούτε να τον συνδέουν με την death metal σκηνή, γεγονός που συνέβαλε στη δημιουργία των Control Denied. Η ασθένειά του και ο θάνατός του ευτυχώς δεν παίρνουν μεγάλο χρόνο επί της οθόνης και όταν γίνεται αυτό είναι εμφανής η μεγάλη συναισθηματική φόρτιση όσων ήταν δίπλα του και το έζησαν από κοντά.

Εν κατακλείδι, το Death By Metal είναι μία ταινία που κάθε οπαδός του ακραίου ήχου πρέπει να δει. Μία εξαιρετική προσπάθεια από τον Felipe Belalcazar να διηγηθεί εν συντομία την ιστορία των ύψιστων Death. Πολλά μπράβο και στο Gimme Shelter Film Festival για αυτή την ξεχωριστή εμπειρία που θέλει να προσφέρει στους οπαδούς του σκληρού ήχου. Στηρίξτε το, αξίζει.

Γιώργος Τερζάκης