Και μόνο η είδηση ότι οι Metallica θα επέστρεφαν στην χώρα μας για μια συναυλία μετά από τόσα χρόνια είχε κάνει την ανυπομονησία των οπαδών του συγκροτήματος και μη να έχει φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη. Ήταν το θέμα της επικαιρότητας και όλη την εβδομάδα πριν από τη μαγική βραδιά, επιβεβαιώνοντας το αυτονόητο ότι το συγκρότημα είναι ένα φαινόμενο που ξεπερνάει πολλά στεγανά, είτε αυτό αρέσει είτε όχι.

Η αλήθεια είναι πως όσοι είχαμε έρθει από νωρίς, μερικοί απ’ τις 8 το πρωί, να πιάσουμε μια καλή θέση μπροστά στην αρένα αδημονούσαμε να ανέβουν οι Knocked Loose πάνω στη σκηνή για να έχουμε έστω κάτι να ακούσουμε και να δούμε ώστε να περάσει πιο ευχάριστα η ώρα.

Οι Αμερικανοί εμφανίστηκαν με αέρα έμπειρης μπάντας σαν να τους ανήκε ήδη το κοινό. Η μουσική τους σκληρή, με πολλά breakdowns και στοιχεία metalcore και hardcore, punk σίγουρα εξέπληξε πολύ κόσμο που περίμενε κάτι πιο soft για support στους Metallica. Κατέκλυσαν την σκηνή και την έφεραν βόλτες αρκετές φορές ώστε να τους απολαύσουμε από κάθε δυνατή γωνία. Από κομμάτια ξεχώρισα το “Suffocate” που ο τραγουδιστής έφτυνε με μανία τους στίχους στο μικρόφωνο. Κατάφεραν ακόμα να πείσουν τους σκληρούς της αρένας να ανοίξουν ένα τίμιο pit για πάρτη τους και να κοπανηθούν κυκλικά με τα μανιασμένα riff τους. Φάνηκε πως το μέλλον τους ανήκει, αν και το είδος τους είναι αρκετά δύσκολο να γίνει mainstream, τουλάχιστον απ’ όσα γνωρίζουμε μέχρι σήμερα αλλά με την ελπίδα ότι θα διαψευσθώ στο μέλλον.

Η συμμετοχή των Gojira, πριν από την εμφάνιση των Metallica, για πολλούς οπαδούς τους, όπως και για μένα, δεν ήταν απλά ένα support group πού θα λειτουργούσε ως ζέσταμα για τους headliners. Εν αντιθέσει, περιμέναμε ότι θα έκαναν την έκπληξη και θα έκλεβαν την παράσταση ακόμα και από τους ίδιους τους τους μέντορες. Ο πρώτος λόγος που δεν συνέβη αυτό ήταν λόγω μεγάλου μέρους του ακροατηρίου που δεν ήταν εξοικειωμένο στον αρκετά πιο σκληρό ήχο των Γάλλων. Σε αυτό σίγουρα βοήθησαν οι επιλογές από τους πιο πρόσφατους δίσκους που τα ρεφρέν και οι ρυθμοί είναι αρκετά πιο ξεκάθαροι και groovy. Έτσι, στο “Stranded” και “Silvera” είδα κάποια κεφάλια απ’ τους διπλανούς μου να κουνιούνται παραπάνω, σε σχέση με τα “Flying Whales” και “Backbone” που κερδίζουν πάντα το πιο σκληρό και φανατικό τους κοινό. Ο δεύτερος και κυριότερος λόγος είναι πως νιώσαμε σαν να “έπαιζαν εκτός έδρας”. Απαράδεκτο το ότι τα video wall έπαιζαν στη μισή τους επιφάνεια τα live video των βιντεογράφων, λες και δεν σκέφτηκε κάποιος να τραβήξει στη σωστή διάσταση ώστε να βλέπουν καλύτερα και αυτοί που βρίσκονται στις κερκίδες. Απ’ την άλλη, ενώ είχε ενδιαφέρον να βλέπεις τα δύο αδέρφια, Mario στα τύμπανα και Joe στη κιθάρα και τα φωνητικά, να παίζουν αντιδιαμετρικά ο ένας απ’ τον άλλον και να κοιτάζονται, κάπως χανόταν η αίσθηση μιας δεμένης μπάντας που έχουμε συνηθίσει να τους βλέπουμε. Η επιλογή του “Love” απ’ τον πρώτο τους δίσκο, που σπάνια τιμούν στα live τους πλέον, ενώ εξέπληξε ευχάριστα τους ήδη οπαδούς τους, νομίζω πως ήταν κάπως “άτοπη” καθώς ο περισσότερος κόσμος που τους έβλεπε πρώτη φορά φαντάζομαι θα προτιμούσε να ακούσει ένα απ’ τα καλύτερα κομμάτια τους, για παράδειγμα το “Vacuity”. Εκτός του συγκεκριμένου αριστουργήματος ήταν πολύ περίεργο που δεν ακούσαμε ούτε ένα κομμάτι απ’ το δίσκο “The Way of All Flesh” που ουσιαστικά άλλαξε επίπεδο την μπάντα πίσω το 2008 που τον κυκλοφόρησε.

Το κλείσιμο για την εμφάνιση περίπου μίας ώρας ήρθε με το “L’enfant Sauvage” που ακούσαμε μεγάλο μέρους του κοινού να το τραγουδάει μαζί με τους Gojira και με το “Amazonia” που μας ταξίδεψε μέχρι τη Λατινική Αμερική. Ο Joe είπε μερικά πολύ όμορφα λόγια που νομίζω ήταν highlight όλης της βραδιάς, για το πώς πρέπει να προσέχουμε ο ένας τον άλλο διπλανό μας και το ταύτισε με την Γαλλική επανάσταση που έφερε τεράστιες αλλαγές παγκοσμίως. Έχοντας δει τους Gojira ήδη 6 φορές προηγουμένως νομίζω πως ήταν η πιο μέτρια εμφάνιση τους παρότι μουσικά ήταν αψεγάδιαστοι όπως πάντα.

Νίκος Δρακόπουλος 

Μα τι κρίμα, τι κρίμα, τι κρίμα που οι διοργανωτές δεν «τόλμησαν» να φέρουν το «no repeat weekend» στην Αθήνα, την πλήρη δηλαδή μορφή της M72 περιοδείας με τις δύο συναυλίες, καθώς τώρα, αντί να γράφω αυτό το κείμενο, θα προετοιμαζόμουν νοητικά για τα δεκαπέντε διαφορετικά κομμάτια του δεύτερου live. Με την ταχύτητα που έγινε το sold out στο ΟΑΚΑ, θεωρώ πως ήταν εφικτό.

«Συμβιβαστήκαμε» λοιπόν με τη μία, greatest hits βραδιά, της 9ης Μαΐου: μια βραδιά που εικάζω πως ήταν άκρως πορωτική για τους νεοεισελθόντες στη μεγάλη οικογένεια των Metallica, και αποδείχθηκε και ιδιαίτερα συγκινητική για τους βετεράνους οπαδούς τους. Γιατί, ενώ ξέρω εκ των προτέρων τι και πώς θα συμβεί, έχοντας δει το έργο πολλάκις, δεν μπορώ παρά να αντλήσω μια βαθιά ικανοποίηση βλέποντας τους Metallica να (ξανά)κερδίζουν με τη σκηνική παρουσία τους και τα αθάνατα τραγούδια τους κάθε θεατή, έναν – έναν, ανεξαρτήτως φυλής, φύλου, ηλικίας και σχετικότητας με τη σταδιοδρομία τους, αναγκάζοντας τους να αποχωρήσουν χορτάτοι, χαμογελαστοί και παραδεχόμενοι μονολογώντας ότι μόλις είδαν τους κορυφαίους των κορυφαίων. Ή αναγκάζοντας τον παικταρά Mario Duplantier, των εξαιρετικών – και αυτή τη φορά – Gojira, να κατέβει μετά τη δική του εμφάνιση στο snakepit να λάβει κι εκείνος φως, κι ας τους έχει δει αμέτρητες φορές στο παρελθόν. Γιατί πάνω απ’ όλα, οι Metallica προσφέρουν έμπνευση. Ιδανικά, έμπνευση για να ξεκινήσεις κάθε καινούρια μέρα με τον τρόπο που τοποθετεί ο James Hetfield την μπότα του πάνω στο σανίδι. Δηλαδή με μια επιβλητική κυριαρχία και αρχηγική αύρα που εξευτελίζουν a priori τόσο τη μιζέρια όσο και τον όποιο ανταγωνισμό.

Ρωμανός Τερζής

φωτο: Γιάννης Δόλας

Creeping Death, For Whom The Bell Tolls, Moth Into Flame, King Nothing, Lux Aeterna, The Unforgiven
Fuel, Kirk and Rob Jam to Zobra’s Dance and De Horas Pouthena (Tripes), Fade To Black, Wherever I May Roam, Nothing Else Matters, Sad But True, One, Seek & Destroy, Master Of Puppets, Enter Sandman