
Οι 1000mods αποτελούν εδώ και χρόνια μια από τις πιο σταθερές και αναγνωρίσιμες παρουσίες της ελληνικής heavy σκηνής, με μια πορεία που ξεκίνησε από το Χιλιομόδι Κορινθίας και έφτασε σε σκηνές και φεστιβάλ σε όλη την Ευρώπη και πέρα από αυτήν. Η εμφάνισή τους στην Αθήνα δεν λειτουργεί απλώς ως άλλη μία συναυλία, αλλά ως ακόμη ένας σταθμός σε μια διαδρομή που χτίστηκε βήμα-βήμα, χωρίς βιασύνη και χωρίς εκπτώσεις στον ήχο και στη φιλοσοφία τους.

Από τα πρώτα τους βήματα, οι 1000mods έδειξαν ότι δεν τους ενδιέφερε να ενταχθούν σε στεγανά. Ο ήχος τους πατάει γερά στο stoner rock, αλλά κουβαλά επιρροές από heavy rock, ψυχεδέλεια και doom, χωρίς ποτέ να ακούγεται αναμασημένος. Το ντεμπούτο “Super Van Vacation” (2011) έβαλε τα θεμέλια με ωμές κιθάρες, επαναληπτικά grooves και ρεφρέν που έχεις γραμμένα στο σκληρό δίσκο του εγκεφάλου σου για πάντα. Με το “Vultures” (2014) η μπάντα έκανε ένα ξεκάθαρο βήμα μπροστά, τόσο σε επίπεδο σύνθεσης όσο και παραγωγής, δείχνοντας ότι μπορεί να γράφει τραγούδια με μεγαλύτερη διάρκεια και δυναμική, χωρίς να χάνει τον χαρακτήρα της.
Το “Repeated Exposure to…” κυκλοφόρησε το 2016 και αποτέλεσε έναν κομβικό δίσκο για τους 1000mods, καθώς έδειξε ξεκάθαρα ότι η μπάντα δεν ήθελε να επαναπαυτεί στην επιτυχία των δύο πρώτων κυκλοφοριών. Ο ήχος έγινε πιο σκοτεινός και πιο πυκνός, με μεγαλύτερη έμφαση στη διάρκεια, την επανάληψη και την ένταση που χτίζεται σταδιακά. Σε συνεντεύξεις τους εκείνης της περιόδου, τα μέλη της μπάντας είχαν μιλήσει για την ανάγκη να αποτυπώσουν την πίεση και τη φθορά που φέρνει η συνεχής έκθεση, τόσο στον δρόμο όσο και στις ίδιες τις προσδοκίες του κοινού. Δεν πρόκειται για έναν «εύκολο» δίσκο, αλλά για ένα άλμπουμ που απαιτεί χρόνο και προσοχή, ανταμείβοντας τον ακροατή με μια πιο βαθιά και ώριμη εκδοχή του ήχου των 1000mods.

Το “Youth of Dissent” κυκλοφόρησε μέσα στην περίοδο της πανδημίας, αν και η ηχογράφησή του είχε ολοκληρωθεί νωρίτερα, σε στούντιο στο Σιάτλ των ΗΠΑ. Η επιλογή αυτή αντικατοπτρίζει και τη φάση στην οποία βρισκόταν τότε η μπάντα. Πιο εξωστρεφής σε επίπεδο παραγωγής, αλλά ταυτόχρονα πιο συγκεντρωμένη στη δομή και τη σαφήνεια των τραγουδιών. Ο δίσκος έχει πιο άμεσο χαρακτήρα σε σχέση με τον προηγούμενο, με πιο σφιχτές διάρκειες και μεγαλύτερη έμφαση στο riff και στο groove, χωρίς να χάνεται η χαρακτηριστική τους πλέον ατμόσφαιρα. Σε δηλώσεις τους, οι 1000mods έχουν αναφέρει ότι το “Youth of Dissent” γράφτηκε ως μια αντίδραση σε όσα συσσωρεύονταν τα προηγούμενα χρόνια, κοινωνικά, πολιτικά και προσωπικά, κάτι που εξηγεί και τον πιο ευθύ τόνο του δίσκου. Παρότι η κυκλοφορία του συνέπεσε με μια περίοδο γενικής ακινησίας για τις live εμφανίσεις, το υλικό του βρήκε γρήγορα τη θέση του στο setlist και παραμένει μέχρι σήμερα βασικό κομμάτι των εμφανίσεών τους.
Ο πιο πρόσφατος δίσκος τους, “Cheat Death”, έρχεται ως μια φυσική συνέχεια αυτής της πορείας, αλλά και ως μια ελαφριά στροφή. Χωρίς να εγκαταλείπουν τη βαρύτητα που τους χαρακτηρίζει, οι 1000mods δείχνουν εδώ μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση στη δομή των τραγουδιών και στον τρόπο που χειρίζονται τη δυναμική. Σε πρόσφατες συνεντεύξεις, έχουν αναφέρει ότι το “Cheat Death” γράφτηκε με λιγότερο άγχος για το πώς θα γίνει δεκτό και με μεγαλύτερη εστίαση στο πώς ακούγεται στα δικά τους αυτιά. Η θεματολογία του δίσκου περιστρέφεται γύρω από την επιβίωση, όχι με τη στενή έννοια του θανάτου, αλλά ως καθημερινή πράξη αντίστασης απέναντι στη φθορά, στη ρουτίνα και στην επανάληψη.

Μουσικά, το “Cheat Death” δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει με ακρότητες. Αντίθετα, χτίζεται πάνω σε στιβαρά riffs και ρεφρέν που λειτουργούν εξαιρετικά σε ζωντανές εμφανίσεις. Είναι ένας δίσκος που λειτουργεί καλύτερα ως σύνολο παρά ως συλλογή μεμονωμένων κομματιών, κάτι που οι ίδιοι έχουν τονίσει, λέγοντας ότι τον αντιμετωπίζουν σαν ένα ενιαίο σώμα και όχι σαν υλικό για αποσπασματική ακρόαση.
Επί σκηνής, άλλωστε, οι 1000mods βρίσκουν διαχρονικά τον φυσικό τους χώρο. Δεν βασίζονται σε περίτεχνα σκηνικά ή υπερβολικές χειρονομίες. Η δύναμή τους βρίσκεται στη συνοχή, στο πώς κουμπώνουν μεταξύ τους και στο πώς μεταφέρουν την ένταση των τραγουδιών χωρίς να χρειάζονται πολλά λόγια. Βλέπουν τις συναυλίες ως κοινή εμπειρία και όχι ως μονόδρομη παρουσίαση, κάτι που εξηγεί και τη σταθερή σχέση που έχουν χτίσει με το κοινό τους όλα αυτά τα χρόνια.

Μαζί τους στην Αθήνα θα εμφανιστούν οι Drunk Jackals, μια μπάντα από την Κόρινθο που τα τελευταία χρόνια έχει καταφέρει να ξεχωρίσει στη σύγχρονη ελληνική heavy rock σκηνή. Με τρεις δίσκους και ένα EP στο ενεργητικό τους, οι Drunk Jackals έχουν δείξει αξιοσημείωτη συνέπεια και εξέλιξη. Ο πιο πρόσφατος δίσκος τους “Hatebox” τους βγάζει ξανά στο προσκήνιο με πολύ δυνατές συνθέσεις που θα απολαύσουμε live. Ο ήχος τους κινείται σε πιο bluesy και rock’n’roll μονοπάτια, με έντονες southern επιρροές και έμφαση στο groove και στο συναίσθημα. Από τις πρώτες κυκλοφορίες τους μέχρι σήμερα έχουν επενδύσει στη δυναμική των ζωντανών εμφανίσεων, κάτι που φαίνεται και στις ηχογραφήσεις τους. Τα τραγούδια τους είναι άμεσα, χωρίς περιττές φλυαρίες, και βασίζονται σε ξεκάθαρες ιδέες που αποδίδονται με ενέργεια.
Ο συνδυασμός των δύο συγκροτημάτων στη συγκεκριμένη συναυλία δεν μοιάζει τυχαίος. Παρότι κινούνται σε διαφορετικές αποχρώσεις του heavy rock, μοιράζονται μια κοινή αντίληψη για το πώς χτίζεται μια μπάντα, δηλαδή με συνεχή δουλειά, παρουσία στη σκηνή και χωρίς βιασύνη για γρήγορα αποτελέσματα. Για το αθηναϊκό κοινό, η βραδιά προσφέρει μια καλή ευκαιρία να δει δύο συγκροτήματα που εκπροσωπούν διαφορετικές γενιές και προσεγγίσεις της ελληνικής σκηνής, αλλά με κοινό παρονομαστή την ειλικρίνεια στον ήχο και στη στάση τους.
Νίκος Δρακόπουλος





