Puta Volcano, μια ανερχόμενη δύναμη στη ελληνική σκηνή με το τρίτο πλέον άλμπουμ τους “AMMA” να χαράσσουν το δικό τους δρόμο. Στην κουβέντα μας μιλάνε για τη νέα τους δουλειά, τις επιρροές τους, την έμπνευσή τους αλλά και τη θέση του rock στην ελληνική μουσική και κουλτούρα, το βιοπορισμό από τη μουσική και άλλα πολλά και ενδιαφέροντα που τους ρώτησε ο Μιχάλης Murphy Γραμματόπουλος

Rockpages.gr: Ας ξεκινήσουμε με το καινούργιο σας άλμπουμ, ΑΜΜΑ. Για άλλη μία φορά έχετε κινηθεί σε διαφορετική κατεύθυνση, με πιο ογκώδη ήχο. Πόσο σκόπιμο ήταν αυτό? Σκεφτήκατε από πριν προς τα πού θέλετε να πάτε μ’ αυτό το άλμπουμ?

Alex: Δεν νομίζω ότι επιδιώκαμε κάτι. Δηλαδή η παραγωγή περισσότερο ακολούθησε τη μουσική. Δεν είπαμε εξαρχής να γράψουμε κάτι που θα είναι πιο brutal, πιο ογκώδες – απλά προέκυψε. Και από την παραγωγή βοηθήθηκε αυτό και το οδήγησε εκεί πέρα.

Anna: Εγώ θεωρώ ότι οργανικά κάπως προέκυψε, δηλαδή δεν το προσχεδιάσαμε. Προφανώς δεν είπαμε να κάτσουμε να γράψουμε κάτι πιο βαρύ – προέκυψε. Και κάπως έτσι, αυτό που είπε κι ο Alex, με τον παραγωγό βγήκε αυτό που βγήκε. Δηλαδή κάπως φυσικά προέκυψε μετά το Harmony.

Rockpages.gr: Πόσο σας επηρέασε ο παραγωγός (Johnny Tercu)?

Steve: Όλη η ιδέα από μας έρχεται, και το πόσο σκληρό ήταν αυτό το άλμπουμ έχει να κάνει φυσικά και με την ψυχολογία εκείνη την περίοδο που γράφαμε μουσική και τι είχαμε να δώσουμε σ’ αυτό που κάνουμε. Ο παραγωγός στην προκειμένη περίπτωση απλά κάνει ένα fine-tuning και το περνάει μέσα απ’ το δικό του φίλτρο. Η σχέση που έχουμε δεν είναι αυτή του τύπου με το λάσο που θα μας πάει εκεί που θέλει. Δεν το θέλουμε εμείς, ούτε εκείνος το κάνει. Αυτό που θέλαμε είναι απλά (επειδή τον εκτιμάμε πάρα πολύ σ’ αυτό που κάνει) να βάλει τις τελευταίες του πινελιές σ’ αυτό που έχουμε στο μυαλό μας.

Bookies: Παράλληλα, επειδή άκουγε την εξέλιξη των κομματιών, μπορούσε να ορίσει κάποια πράγματα τα οποία να μας πάνε παρακάτω. Εννοώντας ότι μας πίεζε ώστε να δώσουμε ό,τι καλύτερο μπορούσαμε – και το performance, ξέρεις, ‘αυτό το μέρος, για δουλέψτε το λιγάκι’. Και πεισμώναμε και δουλεύαμε ακόμα περισσότερο κάτι συγκεκριμένο. Μας έδινε δηλαδή μία ρότα.

Anna: Στην περίπτωση των φωνητικών σίγουρα εμένα με βοήθησε, γιατί κι ο ίδιος είναι τραγουδιστής. Συνεργαστήκαμε σε μία γενικότερη αισθητική.

Alex: Ένα πράγμα που έχουμε σαν ομάδα είναι ότι, συλλογικά, αλλάζουμε τα γούστα μας μ’ έναν ίδιο τρόπο. Αυτό που έχουμε αναπτύξει είναι ότι δεν ξέρουμε τόσο τι μας κάνει αλλά τι δεν μας κάνει. Οπότε όταν περνάμε ιδέες για καινούργιο υλικό, είναι πάρα πολύ γρήγορο να πούμε όχι για κάτι που μπορεί να έβγαινε ένα ωραίο κομμάτι – αλλά για κάποιο λόγο ξέρουμε τι θέλουμε να ακούσουμε εκείνη την περίοδο σαν ομάδα. Δεν είναι ότι βάλαμε στόχους, ότι θέλουμε να είμαστε έτσι, τέτοια μετρήματα, τέτοιος στίχος, τέτοιο στιλ, αλλά απ’ τις ιδέες που μπήκανε στο στούντιο, ξέραμε μέσα μας ποιες είναι κατάλληλες για το καινούργιο άλμπουμ. Και έτσι προέκυψε το ύφος του.

Rockpages.gr: Στοχεύσατε σε μεγαλύτερη προώθηση? Για πρώτη φορά φτιάξατε βίντεο κλιπ.

Bookies: Το βίντεο κλιπ ήταν ένα πράγμα που θέλαμε πάρα πολλά χρόνια να κάνουμε. Είχαμε κάνει προσπάθειες στους 2 προηγούμενους δίσκους οι οποίες δεν μας άρεσαν αισθητικά, δεν πήγαν παρακάτω. Οπότε το βίντεο κλιπ δεν συνεπάγεται ότι ήταν μία πιο σοβαρή κίνηση. Φυσικά όλο το πράγμα το βλέπουμε όλο και πιο σοβαρά, αλλά το βίντεο κλιπ ήταν μία τελείως natural κατάσταση να συμβεί.

Rockpages.gr: Πως γράφετε κομμάτια? Ποια είναι η διαδικασία?

Bookies: Κατά μεγάλη περίπτωση, τα περισσότερα riffs τα φέρνει ο Alex στην μπάντα. Και από εκεί και πέρα δουλεύεται πάρα πολύ και απ’ τους τέσσερεις μας.

Alex: Προφανώς, ναι. Το τελικό αποτέλεσμα είναι αδιαμφισβήτητα Puta. Αυτό που έλεγα πριν είναι ότι οι ιδέες που πετάξαμε για να βγει αυτό το άλμπουμ ήτανε υπερπενταπλάσιες από αυτές που κατέληξαν στο άλμπουμ. Δεν παίζει ανταγωνισμός. Όλοι λέγαμε -και εγώ μαζί- ότι ναι, ok, μπορεί να είναι ωραίο riff αλλά δεν κάνει γι’ αυτό που θέλουμε τώρα. Και στο Harmony έτσι ήταν. Είχαμε ένα αρχείο με ιδέες που δουλεύαμε τότε, που είχαν περάσει την ίδια διαδικασία.

Steve: Πολλοί μουσικοί οι οποίοι ασχολούνται μ’ αυτό ενεργά, δεν δουλεύουν μόνο όταν πάνε να γράψουν ένα άλμπουμ. Αυτό είναι δεδομένο. Κάτι που ο κόσμος που ακούει το άλμπουμ μπορεί να μην το καταλαβαίνει, ότι ένας μουσικός δουλεύει συνέχεια. Δουλεύεις την ώρα που συνθέτεις το άλμπουμ, στο στούντιο, στις πρόβες, και κυρίως δουλεύεις πάρα πολύ στα live. Εξελίσσεσαι τεχνικά σε κάθε live, στον τρόπο που συνεργάζεσαι με το όργανο σου και με τους γύρω σου σε κάθε συναυλία που θα κάνεις. Ένας καλλιτέχνης, από άλμπουμ σε άλμπουμ, δε σταματάει να εξελίσσεται. Και στο επόμενο άλμπουμ που θα γράψει με τη μπάντα του, θα εφαρμόσει όλα αυτά που είδε και έμαθε για τον εαυτό του όλο αυτό το διάστημα. Τεχνικά ας πούμε, βλέπεις πράγματα στις πρόβες, στη μελέτη σου, σε όσες φορές παίξεις μόνος σου ή μαζί με άλλους, βλέπεις δυνατότητες που τις εξελίσσεις. Οπότε αυτά τα βάζεις στο καινούργιο σου υλικό. Δηλαδή ο Alex ας πούμε, ανέπτυξε τεχνικές που δεν τις είχε στο Harmony of Spheres στα riff. Και ήρθε, και εντυπωσιαστήκαμε, και είπαμε: κομμάτι επί τόπου!

Rockpages.gr: Παρακολουθείτε πως αντιδράει το κοινό στα live? Και πόσο σας επηρεάζει αυτό?

Alex: Νομίζω αυτό γίνεται και λίγο ασυναίσθητα, ναι. Πολλές φορές μετά από live συνειδητοποιούμε ότι ο κόσμος μπορεί να κουνήθηκε σ’ ένα κομμάτι που περιμέναμε, ή το αντίθετο. Είναι κι απ’ τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της όλης διαδικασίας. Βγάζουμε ένα άλμπουμ και έχουμε στο νου μας ότι μας αρέσουνε προσωπικά κάποια κομμάτια, και έχει ενδιαφέρον το πως μπορούμε να εκπλαγούμε – δηλαδή κομμάτια που εμείς θεωρούμε δευτερεύοντα καταλήγουν να γίνονται αγαπημένα. Έχει πλάκα.

Anna: Εξαρτάται πολύ από το που θα παίξουμε, δηλαδή είναι και λίγο γεωγραφικό το ζήτημα του reaction που θα πάρουμε απ’ τον κόσμο. Οι Θεσσαλονικείς είναι, για μένα προσωπικά, απ’ τα καλύτερα κοινά – ήδη από τα πρώτα live που είχαμε παίξει εκεί. Στην Αθήνα πάλι έχει χτιστεί μία κατάσταση, και αυτό κινείται γραμμικά προς τα πάνω. Τώρα, εξωτερικό όσο έχουμε παίξει, είχε διαφορά, αλλά ήταν θέμα ψυχοσύνθεσης του κόσμου. Στα Βαλκάνια πάθαμε πλάκα, είναι φοβερά ζεστό κοινό. Στην Αυστρία έχουν άλλη αντιμετώπιση εντελώς -υπήρχανε τύποι, πρώτη σειρά, που στέλνανε μηνύματα. Αυτό με είχε φρικάρει! Και όταν τους ρώτησα, ‘Περάσατε καλά?’, μου λένε ‘Ναι, εννοείται!’. Δηλαδή βλέπεις και το πως λειτουργεί ο καθένας. Αλλά την ώρα του live, το ότι θα πάρω ενέργεια απ’ τον κόσμο είναι μία αμφίδρομη σχέση. Δεν μπορείς να το εξαιρέσεις, δεν υπάρχει τοίχος ανάμεσα.

Alex: Νομίζω ότι καλό είναι να μην έχουμε και παράλογες προσδοκίες. Δεν παίζουμε ακραίο metal, δεν περιμένω από κάτω να γίνεται wall-of-death συνέχεια! Νιώθουμε την ενέργεια. Μπορεί ο κόσμος να μη χτυπιέται, αλλά να περνάει πάρα πολύ καλά.

Anna: Έχει να κάνει και με το αν είναι φεστιβάλ. Στον Αλμυρό πέρσι γινόταν της τρελής, αλλά δε σημαίνει ότι εμείς φέραμε τον κόσμο στο σημείο να χτυπιέται από κάτω. Εν μέρη ναι, αλλά είναι μία περιρρέουσα ατμόσφαιρα.

Rockpages.gr: Ροκ εναντίον μπουζούκι! Ισχύει ακόμα?

Anna: Ε, αυτό είναι ο κλασικός πόλεμος του mainstream με το πιο underground. Πηγαίνει σε όλα τα κομμάτια της τέχνης. Για μας το ροκ είναι σε καλό momentum. Αλλά συνολικά, ακόμα είναι με το ένα πόδι μες το underground, δεν θεωρώ ότι έχει βγει στην επιφάνεια.

Alex: Άμα είμαστε ρεαλιστές και μιλήσουμε με παγκόσμια νούμερα, δε νομίζω ότι η Ελλάδα έχει τον κόσμο για να υποστηρίξει mainstream ροκ.

Bookies: Όπως λέει και το κορίτσι μου μ’ ένα πολύ απλό παράδειγμα, όταν θα δω ένα παιδί να φοράει μπλούζα σας στην Καλλιθέα, θα σημαίνει ότι κατάκτησες την Ελλάδα!

Alex: Μπράβο, τυχαίο παράδειγμα, αλλά στην Καλλιθέα μπορεί και να μη δεις μπλουζάκι Metallica που λέει ο λόγος. Δεν είναι το κατά πόσο οι underground μπάντες θα βγούνε στο mainstream, είναι ότι το mainstream της Ελλάδας δεν είναι ροκ. Εγώ δε θα πω ότι η Ελληνική αγορά είναι κακή. Όσο μικρό ή μεγάλο κοινό έχει, αυτό στηρίζει, και πηγαίνει σε live, και αναλογικά με το πόση προσφορά έχουμε σε μπάντες, δεν το πιστεύω το πόσο κόσμο αντλούν τα περισσότερα live.

Rockpages.gr: Το βιοποριστικό πως το βλέπετε?

Bookies: Καλά, το βιοποριστικό δεν το συζητάω.

Anna: Ούτε κατά διάνοια, ναι.

Alex: Γελάμε.

Steve: Ούτε στην Αμερική θεωρείται δεδομένο. Οι μπάντες οι οποίες ζούνε απ’ αυτό είναι ελάχιστες. Σκέψου με τα εκατομμύρια πληθυσμού που έχει, πόσες μπάντες έχει που ζουν απ’ αυτό. Είναι ελάχιστες. Νομίζω ότι έχουμε διαστρεβλωμένη εικόνα σχετικά με την επιτυχία. Επιτυχία είναι να φύγεις από δω, να πας στην Γερμανία, να παίξεις και να έχεις 50 άτομα – αυτό είναι επιτυχία. Το να έχεις χιλιάδες είναι πολύ σπάνιο. Οι Monster Magnet για παράδειγμα, κάνουνε όλοι και άλλες δουλειές. Όλες οι μπάντες που εμείς θεωρούμε μεγάλες δεν ζουν απ’ αυτό πιά. Κι αυτές που ζούσαν απ΄ το ροκ ήτανε στα 80s-90s οι οποίες πιάσανε την καλή. Φαντάσου ότι οι Nirvana, το πρώτο τους συμβόλαιο σε μεγάλη εταιρεία ήτανε $200000 – δεν ήταν κανένα τρισεκατομμύριο.

Alex: Αν αρχίσεις να διαιρείς αυτά τα λεφτά στα μέλη της μπάντας, λες ok, πόσα χρόνια θα ζήσεις?

Steve: Δεν είναι αυτό που νομίζουμε. Αυτό συνέβαινε παλιά με μπάντες όπως οι Guns N’ Roses που κάνανε περιοδείες τεράστιες, ή οι Aerosmith, οι Pearl Jam… μπάντες που έχουν πιάσει την καλή πολύ χοντρά!

Alex: Αυτοί πρόλαβαν και όλο το παιχνίδι με τα δικαιώματα.

Steve: Σταμάτησαν να βγάζουν λεφτά όταν σταμάτησε να κινείται η δισκογραφία. Όσο πούλαγαν δίσκους, έβγαζαν λεφτά, γιατί μπορούσες να κάθεσαι σπίτι σου και να σου έρχονται τσεκ. Άλλα όταν σταμάτησε αυτό και άρχισες να βγαίνεις στον δρόμο, κανένας δε μπορεί να βγαίνει στο δρόμο τόσο πολύ πλέον. Οι Clutch, που είναι πασίγνωστοι, έχουν άλλες δουλειές και κάνουν. Οι Kyuss… ο John Garcia είναι κτηνίατρος! [γέλια απ’ όλους]

Rockpages.gr: Άρα έχει πεθάνει το ροκ?

Bookies: Το ροκ δεν θα πεθάνει ποτέ! …αλλά δεν είναι και στα καλύτερα της. Αυτή τη στιγμή το ραπ την υπερνικά.

Alex: Δεν έχει πεθάνει, αλλά δεν είναι mainstream, ενώ κάποτε ήτανε.

Rockpages.gr: Η ραπ (και η ηλεκτρονική μουσική) έχει πάρει στη συνείδηση της νεολαίας τη θέση του ροκ?

Bookies: Είναι πολύ πιο μεγάλο πληθυσμιακά το πόσος κόσμος ακούει ραπ αυτή τη στιγμή.

Anna: Μπορεί να είναι πιο άμεσο σαν απεύθυνση. Παρεμβάλλονται λιγότερα πράγματα, και το μήνυμα είναι πιο ξεκάθαρο. Μιλάω και για τη δική μας μουσική. Στιχουργικά, αν αναλύσεις τη δική μας δομή, και μία αντίστοιχη δομή των ΒήταΠεις ας πούμε, υπάρχει μία αισθητή διαφορά στο πόσο άμεσο είναι ένα μήνυμα, ή πως περιγράφεται. Για μένα, όταν κάτι σου δίνεται πιο αμάσητο -και δεν το λέω αυτό ούτε αρνητικά ούτε θετικά φορτισμένο- είναι πιο εύκολα καταναλώσιμο, μ’ αυτή την έννοια. Κι αυτό παίζει το ρόλο του σίγουρα.

Rockpages.gr: Θα σκεφτόσασταν ποτέ να πάτε σε μία πιο ηλεκτρονική κατεύθυνση? Υπάρχει στο μέλλον των Puta Volcano ένα Kid A?

Bookies: Ποτέ δεν ξέρεις…

Alex: Νομίζω έχει να κάνει όλο με το πως αντιλαμβανόμαστε εμείς τη μουσική μας. Μπορεί ένας εξωτερικός παρατηρητής να την ακούει και να του φαίνεται ίδια από την αρχή μέχρι το τέλος, αλλά για μας να έχει τόσες διαφορές ώστε να μπορούμε να την πιστέψουμε. Αν σταματήσουμε να την πιστεύουμε με το τωρινό format, νομίζω ότι χωρίς δεύτερη σκέψη θα το εμπλουτίσουμε με κάτι άλλο. Αν αυτό χρειάζεται η μουσική μας τότε, νομίζω ότι θα το κάναμε χωρίς δεύτερη σκέψη, πραγματικά.

Rockpages.gr: Βάζετε καθόλου σκέψη στη σκηνική σας παρουσία, στο πως βγαίνετε στη σκηνή? Βλέποντάς σας μου φαίνεστε πολύ αβίαστοι…

Anna: Τόσο φυσικά ταλέντα ε? [γελάει] Εγώ επ’ ουδενί δε θα σκεφτώ πχ να φαίνομαι λίγο πιο rough… Θα σκέφτομαι να μην λιποθυμήσω! Αυτό που έχω καταπολεμήσει προσωπικά είναι το άγχος το οποίο σαφώς και υπάρχει πάντα, το πώς να μην φαίνεται αυτή η τεράστια αμηχανία, που θεωρώ ότι πολλοί performers το έχουνε. Μέχρι εκεί δηλαδή πάει το sophistication του πως -θα μιλήσω για όλους μας- αυτοπαρουσιαζόμαστε. Ok, ας τονίσουμε κάποια θετικά πράγματα που έχουμε, και ας προσπαθήσουμε να μην φανούν πολύ τα αρνητικά μας – που όλοι μας τα έχουμε και τα ξέρουμε.

Alex: Μας ενδιαφέρει σαν -ας το πούμε, με πολλά εισαγωγικά- ‘προϊόν’ να είναι όμορφο, αλλά κανείς μας δεν πιστεύει την ιδέα της μουσικής που βάζει πρώτα το image της μπάντας. Αυτή τη νοοτροπία που γεννήθηκε πριν από 3-4 δεκαετίες και συνεχίστηκε για πολλά χρόνια. Χαίρομαι γι’ αυτό, γιατί τώρα βλέπουμε που καταλήγει, που βλέπεις μπάντες που προσπαθούν να κρατήσουνε το image κι αυτό το attitude που είχανε στα 20 τους, κι είναι τώρα 50+… και δεν βγαίνει. Ενώ σε αντίθεση βλέπεις μπάντες, όπως οι Floyd ας πούμε, που ποτέ δεν είχαν αυτό το ‘ας χτίσουμε μία εικόνα ψεύτικη’ – και απλά έχει γεράσει πάρα πολύ όμορφα αυτό το πράγμα. Κάπως αντίστοιχα το βλέπουμε. Προφανώς δε θα βγούμε με τις πιτζάμες να παίξουμε, θα προσέξουμε τι θα φορέσουμε…

Rockpages.gr: Τώρα με την καραντίνα βέβαια μπορεί να γίνει και αυτό!

[Γέλια]

Anna: Δεν ξέρουμε αν θα ‘μαστε καν νέοι όταν θα ξαναπαίξουμε!

Alex: Σίγουρα, όσο μεγαλώνει το πράγμα, θα μας άρεσε να έχουμε την ευκαιρία να ’χουμε ωραία φώτα, να ’χουμε ένα ωραία στημένο stage… Αλλά το τι κάνουμε εμείς σα μονάδες νομίζω δεν θα τ’ αλλάξουμε ποτέ.

Rockpages.gr: Τέλος, πείτε μου λίγο για την εμπειρία σας στο ντοκιμαντέρ Greek Rock Revolution, όπου ήσασταν μία από τις μπάντες που προβλήθηκαν. Πώς σας φάνηκε η αντιμετώπιση του για την ελληνική ροκ σκήνη?

Steve: Ας μην ξεχνάμε ότι γυρίστηκε από έναν άνθρωπο ο οποίος δε ζει εδώ, οπότε δεν ξέρει ακριβώς πως είναι τα πράγματα. Οπότε ήταν η σκοπιά του αυτή.

Bookies: Και καθαρά το γούστο του.

Steve: Ας μην το ξεχνάμε ότι το παλληκάρι αυτό έβγαλε ένα ντοκιμαντέρ το οποίο ήταν η δική του οπτική στο πράγμα, και όχι μία αντικειμενική.

Bookies: Και δεν μπορεί να το πεις ‘Greek Rock Revolution’, γιατί αν πιάσεις κανονικά την ιστορία του ‘Ελληνικού ροκ’ πας πολύ πίσω, και αδικείς κάποιες μπάντες πολύ πιο ιστορικές. Αυτός ο άνθρωπος ήρθε, -για Erasmus, νομίζω, πριν 10 χρόνια- άκουσε πέντε μπάντες, αυτές τον οδήγησαν σε άλλες 5, και ουσιαστικά βρέθηκε να κάνει αυτό το πράγμα για τις αγαπημένες του μπάντες πιο πολύ.

Steve: Οι Αμερικάνοι, αυτή τη στιγμή, βλέπουν την Ελλάδα -χωρίς υπερβολή- ως Μέκκα του rock n’ roll. Όπως πιθανόν βλέπαμε εμείς το LA ας πούμε, σ’ ένα μικρότερο scale προφανώς, ή το Seattle στα 90ς – ότι «μάγκα, εκεί βγάζουνε ροκ και βγάζουν γαμάτο ροκ». Κι αυτό εμάς μας εκπλήσσει.