Το συγκινητικό κείμενο του Mark Zonder για τον Bill Tsamis

0

Συντετριμμένος όπως και οι περισσότεροι metalάδες από την είδηση του θανάτου του “Πατριάρχη” Bill Tsamis, ο φίλος του, συνεργάτης και ντράμερ στους Warlord, Mark Zonder έγραψε το παρακάτω κείμενο στο Facebook:

«Όλα ξεκίνησαν το 1978 όταν έπαιζα με το συγκρότημά μου, τους Russian Roulette, σε μια συναυλία στο πάρκινγκ ενός δισκάδικου στο San Hose. Η κοπέλα του lead κιθαρίστα μας, έφερε έναν τύπο, τον Bill Tsamis, να μας δει. Τον είχε γνωρίσει σε ένα βιβλιοπωλείο και αφού μίλησαν για μουσική, της έδωσε την εντύπωση πως εκείνος κι εγώ ταιριάζαμε.

Δεν ήξερα τίποτα από όλα αυτά πριν τη συναυλία. Κατά τη διάρκειά της, κοίταξα έναν τύπο, γύρω στο 1.80 και πολύ αδύνατο. Φορούσε λευκά παπούτσια με τακούνι, κολλητό τζιν, μια αμάνικη μπλούζα με κόκκινες και άσπρες ρίγες, τα μαλλιά του ήταν κατάμαυρα, φορούσε γυαλιά ηλίου και κάπνιζε. Έμοιαζε σαν να ήταν μέλος των Scorpions. Πραγματικά ξεχώριζε. Προφανώς και γούσταρε από την αρχή.

Η βίντεο συνέντευξη με τον Bill και τον Mark το 2014

Αργότερα μιλήσαμε και αρχίσαμε να τζαμάρουμε μαζί. Από την πρώτη νότα ξεπήδησε μια πραγματική μαγεία. Δεν πηγαίναμε να μάθουμε τα  τραγούδια και μετά να παίξουμε μαζί. Απλά ανοίγαμε τους ενισχυτές και τζαμάραμε. Για τον περισσότερο καιρό ήμασταν μόνο ο Bill κι εγώ, καθώς δεν μπορούσαμε να βρούμε άλλους μουσικούς. Θυμηθείτε, μιλάμε για το San Jose στα τέλη των ‘70s, όταν η disco ήταν τεράστια.

Μπορώ να πω με ασφάλεια πως η μουσική δυναμική μεταξύ μας άρχισε να αναπτύσσεται από νωρίς, καθώς ήμασταν οι δυο μας που παίζαμε και προσπαθούσαμε να καλύψουμε τα κενά. Θυμάμαι πως ήταν πολύ εύκολο να «κλειδώσω» στα grooves που έπαιζε και να παίξω και με τις lead γραμμές του. Αυτό συνεχίστηκε και κατά κάποιο τρόπο καθόρισε τον ήχο των Warlord.

Είχαμε έναν χώρο που κάναμε πρόβες στο Story Road στο San Jose, όχι και την καλύτερη περιοχή, αλλά δεν μας ένοιαζε. Τζαμάραμε για ώρες. Ο Bill είχε πολλά από τα τραγούδια έτοιμα. Θυμάμαι το “Lucifer’s Hammer”, το “Child Of The Damned”, ακόμα και το “Battle Of The Living Dead”, που το παίζαμε πάρα πολύ γρήγορα.

Το μόνο που ενδιέφερε τον Bill ήταν η μουσική. Δεν το λέω με κακό τρόπο, αλλά δεν τον ένοιαζε τίποτα άλλο. Δεν τον ενδιέφεραν τα υλικά αγαθά, ή να κυνηγάει κορίτσια, πρώτα και πάνω από όλα ήταν οι Warlord.

Ο κόσμος πάντα ρωτούσε και κορόιδευε τα ψευδώνυμα που χρησιμοποιούσε ο Bill για τα μέλη της μπάντας. Αυτός ο τύπος ήταν τόσο μπροστά από την εποχή του, που είχε τραγούδια για το κάθε μέλος, που έλεγαν μια σπουδαία ιστορία, που αν συνδυάζονταν όλες μαζί έβγαζαν ένα ολοκληρωμένο μυθιστόρημα, ή μια ταινία. Οι ιδέες του Bill έκαναν τους KISS και πολλές άλλες μπάντες να μοιάζουν με παιδάκια του Δημοτικού, που προσπαθούσαν να παίξουν με τους Maiden. Απίστευτες ιδέες και σενάρια για ιστορίες. Τόσο ταλαντούχος και τόσο δημιουργικός. Ειλικρινά, δεν τον θυμάμαι να παίζει μια νότα λάθος, ή να γράφει ένα μέτριο τραγούδι. Η κάθε σύνθεση ήταν μοναδική και ιδιαίτερη. Πάντοτε μου έκανε μεγάλη εντύπωση το πώς κανένα τραγούδι δεν ακουγόταν ίδιο με κάποιο άλλο.

Fast forward στο L.A. τώρα, καταλήξαμε στον τελευταίο όροφο μιας αποθήκης στο Δυτικό Hollywood. 250 τετραγωνικά πόδια με ένα χώρο για πρόβες, όπου ο καθένας μας έπιασε από μια γωνία και κρεμάσαμε σεντόνια για να το χωρίσουμε σε δωμάτια. Αυτό έγινε γνωστό σαν το «αρχοντικό Warlord», καθώς πολλές μπάντες τις Sunset Strip περνούσαν για να μας δουν. Συμπεριλαμβανομένου και του Malmsteen. Η ζέστη ήταν αφόρητη, καθώς είχε μόνο δυο μικρά παράθυρα και ο αέρας δεν έμπαινε από πουθενά. Τα κύμβαλα έκαιγαν τόσο, που δεν μπορούσες να τα αγγίξεις. Κάναμε ντους με βάρδιες και γίναμε κολλητοί με τις κατσαρίδες, που ήταν οι μόνιμοι κάτοικοι του κτιρίου. Αλλά, αυτές ήταν οι καλύτερες στιγμές. Το να παίζεις στη διαπασόν “Child Of The Damned”, “Lucifer’s Hammer”, “Mrs.Victoria”. Οι καλύτερες στιγμές στη ζωή μου. Ο Bill θα ερχόταν με μια νέα ιδέα και θα τζαμάραμε μέχρι τελικής πτώσεως. Και πάλι, το μόνο που είχε σημασία ήταν η μουσική.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τις μέρες στο αρχοντικό των Warlord. Κανείς μας δεν είχε χρήματα και ο Bill έπαιρνε κάτι λίγα από τον πατέρα του κάθε 2-3 εβδομάδες. Το πρώτο πράγμα που έκανε μόλις έπιανε χρήματα στα χέρια του ήταν να πάει σε ένα μαγαζάκι και να πάρει τσιγάρα και πατάκια. Μετά, με ό,τι είχε απομείνει θα έπαιρνε όποιον ήταν εκεί για φαγητό στο εστιατόριο Sittons. Αυτό σου δίνει να καταλάβεις τι άνθρωπος ήταν. Κι αυτό ήταν κάτι που συνήθιζε ο Bill.

Όταν πήγε ο Bill στην Oz Records συνάντησε τον Brian Slagel, που έβγαζε τις συλλογές “Metal Massacre”. Δεν ήμουν μπροστά, αλλά ο μύθος λέει πως ο Bill του έβαλε να ακούσει την κασέτα από ένα άθλιο demo του “Winds Of Thor” και πριν καν φτάσει στο ρεφρέν ο Slagel μας έβαλε και στο “Metal Massacre 2” και στο 3.

Όταν γράψαμε το “Deliver Us” κόστισε 800 δολάρια για ένα 8-track με δίκαση και μπάσο, που έπαιζε ο Bill, σε ένα κανάλι. Ήμασταν τόσο χαρούμενοι που τα είχαμε καταφέρει. Η δημιουργικότητα είχε ξεπεράσει κάθε όριο. Βλέποντας και ακούγοντας το “Child On The Damned” να έχετε πάντα στο μυαλό σας ότι για κάποιον που δεν ήταν shredder, σίγουρα έφερε πολλούς σε δύσκολη θέση. Ο Bill είχε όλο το πακέτο. Φοβερός συνθέτης, παίχτης, τα leads του ήταν τόσο ταιριαστά σε κάθε κομμάτι, που ήταν απίστευτο. Ο τύπος απλά ήξερε τι να παίξει και πότε. Αυτές ήταν στιγμές μοναδικές και ο Bill είχε πάντα ένα χαμόγελο στο πρόσωπό του.

Ήμασταν δυο εντελώς διαφορετικοί άνθρωποι, όσον αφορά την προσωπικότητά μας. Αλλά, βασικά μεγαλώσαμε με τις ίδιες αξίες και φιλοσοφία δουλειάς. Ταιριάζαμε τόσο καλά και σεβόμασταν τόσο πολύ ο ένας τον άλλο, που μας έκανε ασταμάτητους. Ειλικρινά, δεν θυμάμαι ποτέ να έχουμε μια διαφωνία ή έναν διαπληκτισμό. Ήταν τόσο καλά.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τις δυο πρώτες συναυλίες στην Αθήνα και πως είχαμε και οι δυο την ίδια έκφραση στο πρόσωπό μας καθώς το κοινό ήταν απίστευτο. Για δυο λόγους. Πρώτον, ήταν τρομερό γιατί δεν μπορούσαμε να πιστέψουμε ότι μετά από όλα αυτά τα χρόνια άρεσε τόσο πολύ ακόμα στον κόσμο. Δεύτερον, όλοι σκεφτόντουσαν γιατί μας πήρε τόσο πολλά χρόνια για να παίξουμε, όπως κι εμείς. Πραγματικά φανταστικές βραδιές.

Θα μπορούσα να συνεχίζω για πολύ ακόμα. Οι Warlord και ο Bill Tsamis ήταν χωρίς αμφιβολία μία περίπτωση συγκροτήματος «θα μπορούσε, θα έπρεπε, θα…» που και οι δυο πιστεύαμε ότι μια μέρα θα κατακτούσε τον κόσμο. Κανείς από τους δυο μας δεν σταμάτησε να το πιστεύει, ή να αμφιβάλει. Αλλά ο χρόνος πάντα κερδίζει και δεν ήταν γραφτό του Bill να είναι υγιής.

Χωρίς να θέλω να αφαιρέσω το παραμικρό από άλλους μεγάλους καλλιτέχνες με τους οποίους είχα την τιμή και το προνόμιο να συνεργαστώ όλα αυτά τα χρόνια, μπορώ να πω χωρίς δεύτερη σκέψη ότι ο Bill ήταν ο πιο ταλαντούχος και πιο αφοσιωμένος άνθρωπος που γνώρισα ποτέ. Προφανώς τρομερός μουσικός, όλος ο κόσμος το ξέρει αυτό, αλλά και ένας φοβερός τύπος για να κάνεις παρέα. Αστείος και πάρα πολύ έξυπνος. Ένας από τους πιο ταπεινούς ανθρώπους που θα μπορούσες να γνωρίσεις. Ουσιώδης, ποτέ δεν ξεπερνούσε τα όρια και ποτέ δεν θα σου έλεγε μαλακίες. Ήταν ντόμπρος. Χωρίς τον Bill Tsamis και τους Warlord δεν ξέρω που θα βρισκόμουν σήμερα. Αυτό ήταν το ξεκίνημά μου και του χρωστάω τα πάντα. Σε ευχαριστώ που μου έδειξες το δρόμο.

Σας αφήνω με αυτό: φανταστείτε ένα 17χρονο παιδί μια βροχερή μέρα σε μια στάση λεωφορείου περιμένοντας να πάει στο σχολείο ντυμένο διαφορετικά από όλα τα υπόλοιπα παιδιά και στο μικρό του τετράδιο να γράφει “Lucifer’s Hammer”. Σκεφτείτε το λίγο…

Η συνέντευξη με τον Bill και τον Mark πριν τις πρώτες δυο συναυλίες του συγκροτήματος στην Ελλάδα, το 2013