Tygers Of Pan Tang – Το rock’n’roll είναι αστείο. Είναι η πιο ωραία αρρώστια που μπορείς να κολλήσεις

0

Με αφορμή την κυκλοφορία της συλλογής “Majors And Minors” από την Mighty Music μιλάμε με τον ηγέτη των Tygers Of Pan Tang, Robb Weir, σχετικά με τα πιο καινούρια τραγούδια του συγκροτήματος, το παρελθόν, τα παρελκόμενα projects για τα οποία θα υπάρχουν εξελίξεις, τις οποίες περιμένουμε σύντομα, τον John Sykes, τον τελικό του μουντιάλ, τον Chris Tsangarides, την επιστροφή του στην ενεργό δράση, μια εμφάνιση της μπάντας στην Ελλάδα, τα νέα μέλη και πολλά άλλα. Ο Rob είναι πνευματώδης και περιεκτικός στις απαντήσεις του. Δεν υπεκφεύγει, είναι ειλικρινής και αληθινός. Απολαύστε τον… Συνέντευξη: Γιάννης Δόλας

Rockpages.gr: Πως αισθάνθηκες μετά το αποτέλεσμα του τελικού του μουντιάλ;

Robb Weir: Ωωω, είναι απλά ένας αγώνας ποδοσφαίρου, δεν είναι ζήτημα ζωής και θανάτου… χεχεχε!

Rockpages.gr: Δόξα τω Θεώ

Rob Weir: Νομίζω ότι πολλοί άνθρωποι πιστεύουν πως είναι ζήτημα ζωής και θανάτου και το παίρνουν πολύ πιο σοβαρά από ότι είναι, αλλά στο τελικά είναι απλά ένας ποδοσφαιρικός αγώνας. Μερικές φορές κερδίζει η καλύτερη ομάδα, μερικές χάνει. Αλλά, στο τέλος του αγώνα μια ομάδα θα κερδίσει, έτσι είναι.

Rockpages.gr: Αυτή είναι μάλλον η υγιής αντιμετώπιση.

Rob Weir: Βασικά, είναι η λογική αντιμετώπιση.

Rockpages.gr: Είσαι οπαδός κάποιας ομάδας;

Robb Weir: Μένω στο Newcastle Upon Tyne και θέλω να κερδίζει η Newcastle, αλλά αυτό δεν συμβαίνει συχνά. Αλλά, δεν είναι ότι ορίζει τη ζωή μου. Ένα Σάββατο βράδυ μπορεί  να δω τα highlights από τους ποδοσφαιρικούς αγώνες στην τηλεόραση, αλλά δεν το ποδόσφαιρο δεν είναι η θρησκεία μου, δεν είναι ζήτημα ζωής και θανάτου.

Rockpages.gr: Πως αποφασίσατε να κυκλοφορήσετε μια συλλογή με πιο καινούριο υλικό;

Tygers Of Pan Tang Majors & Minors

Robb Weir: Αποφασίσαμε να επιλέξουμε τα πιο αγαπημένα μας κομμάτια, αντί να το κάνει η δισκογραφική εταιρεία. Αναφέρεται στον τύπο όχι σαν ένα “best of”, δεν αντιπροσωπεύει όλη μας την καριέρα, δεν περιέχει ένα κομμάτι από κάθε μας άλμπουμ ή κάτι τέτοιο. Είναι τα τελευταία τέσσερα άλμπουμ μας με τον Jack στα φωνητικά. Έχουμε μια καλή σχέση με την Target Records και τον διευθυντή Michael Andesron, που μας είπε να διαλέξουμε τα αγαπημένα μας τραγούδια. Αυτό λοιπόν κάναμε και το αποτέλεσμα ήταν καλό. Κυκλοφορούν διαφορετικά φορμά τα οποία περιέχουν διαφορετικά τραγούδια. Έτσι, το LP έχει 10 κομμάτια και το CD 15.

Rockpages.gr: Θυμάμαι ένα βράδυ σε ένα κλαμπ που ο DJ έπαιξε το “Only The Brave” και πήγα να τον ρωτήσω τι είναι και μου λέει «Tygers Of Pan Tang» και δεν το πίστευα. Είναι πολύ φρέσκο και μοντέρνο, αλλά παράλληλα κλασικό. Μπορεί να μας πεις μερικά πράγματα γι’ αυτό;

Robb Weir: Ξέρουμε τι είδους τραγούδια μας αρέσει να γράφουμε και πρέπει να γράφουμε για να κρατάμε το συγκρότημα φρέσκο, αλλά και αληθινό στην κατεύθυνση του ήχου μας. Ο Nick, ο άλλος κιθαρίστας τότε, επινόησε αυτό το riff και μας το έπαιξε στις πρόβες. Το λατρέψαμε όλοι! Είχε τεράστια επιτυχία. Το βίντεο έχει εκατοντάδες χιλιάδες προβολές στο YouTube και είναι μέρος του live set μας και θα είναι για πολύ καιρό ακόμα.

Rockpages.gr: Επίσης, ένα από τα άλλα κομμάτια που ξεχωρίζουν είναι το “Hot Blooded”, που είχα ξεχωρίσει από τότε που πρωτοκυκλοφόρησε. Είναι πιο κλασικό Tygers, τι έχεις να μου πεις γι’ αυτό;

Robb Weir: Ήταν μια δική μου ιδέα. Μου αρέσει να γράφω τέτοια τραγούδια. Κλασικό hard rock, αυτό για το οποίο είναι γνωστοί οι Tygers. Είμαι σίγουρος πως ο Jack έγραψε τους στίχους και τη μελωδία. O Jack και ο Craig (Ellis) ο ντράμερ μας, γράφουν όλους τους στίχους και τις μελωδίες για όλα τα τραγούδια. Είναι ένα τόσο καλό rock τραγούδι που κάνει το πόδι σου να χτυπάει στο πάτωμα και το κεφάλι σου να κουνιέται. Ένα επικίνδυνο τραγούδι αν οδηγείς μοτοσυκλέτα γιατί σε κάνει να θες να πατήσεις το γκάζι τέρμα.

Rockpages.gr: Πιστεύω ότι έχεις γράψει νέο υλικό. Έχεις καμία ιδέα για το πότε θα κυκλοφορήσει; Θα μας δώσεις κάποιο στοιχείο για το πώς ακούγεται;

Robb Weir: Ναι! Τώρα έχουμε έναν νέο κιθαρίστα. Ο Mick έφυγε από τη μπάντα για να κάνει άλλα πράγματα, με το νέο μας κιθαρίστα, είναι Ιταλός και λέγεται Fransesco Marras, μένει στη Γερμανία και αυτή τη στιγμή που μιλάμε δεν έχουμε γνωριστεί ακόμα από κοντά, ούτε έχουμε κάνει πρόβα μαζί του λόγω του κορωνοϊού. Προσπαθήσαμε αρκετές φορές να τον φέρουμε εδώ, αλλά δεν μπορέσαμε. Δεν τα καταφέραμε ακόμα, αλλά ελπίζουμε ότι θα γίνει σύντομα.

Χρησιμοποιήσαμε την προηγούμενη χρονιά, αφού δεν γίνονταν συναυλίες –εμείς παίξαμε 3- για να γράψουμε το νέο μας άλμπουμ και ξέραμε ότι θα πρέπει να είναι ένα βήμα πιο πάνω από το “Ritual”. Γιατί κάθε φορά που ένα συγκρότημα γράφει ένα άλμπουμ το βλέπω σαν μια σκάλα. Πρέπει να ανεβαίνεις τα σκαλοπάτια μέχρι να φτάσεις κοντά στην κορυφή. Δεν πιστεύω ότι τα συγκροτήματα πρέπει ποτέ να φτάσουν στην κορυφή, γιατί μιας και φτάσεις στην κορυφή που θα πας μετά; Αν μείνει στην κορυφή δεν πας πουθενά, είσαι στάσιμος. Δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω στην αρχή, γιατί δεν είναι το μέρος που θες να βρίσκεσαι. Έτσι, πρέπει να συνεχίζεις να ανεβαίνεις αυτή την ατελείωτη σκάλα συνέχεια.

Τα νέα τραγούδια, τα περισσότερα από τα οποία γεννήθηκαν από δικές μου ιδέες, τα έστειλα στον Fransesco, ο οποίος έγραψε μερικές κιθάρες για να τα ανεβάσουμε επίπεδο. Κάναμε demos στα στούντιο που έχει ο καθένας σπίτι του κι έτσι το άλμπουμ τελείωσε, γράφτηκε, έγιναν τα demo, απλά πρέπει τώρα να το ηχογραφήσουμε σε κάποιο στούντιο. Σχεδιάζουμε να κυκλοφορήσει τον Οκτώβριο ή Νοέμβριο της επόμενης χρονιάς, αλλά πριν από αυτό έχουμε έτοιμα δυο τραγούδια, που δεν θα είναι στο άλμπουμ και δυο παλιότερα από το “Wild Cat” που θα κυκλοφορήσουν σε ένα E.P. τεσσάρων τραγουδιών αργότερα μέσα στην χρονιά. Η δισκογραφική μας εταιρεία μας είπε ότι στο εργοστάσιο που κόβει τα βινύλια υπάρχει μια καθυστέρηση έξι μηνών, οπότε ελπίζουμε να κυκλοφορήσει στα μέσα ή τέλη Οκτωβρίου, αλλά αν το πρόβλημα στο εργοστάσιο συνεχιστεί, τότε πάμε για Ιανουάριο. Γιατί θέλουμε να το κυκλοφορήσουμε σαν ένα πολύ περιορισμένο 4-track βινύλιο.

Αυτή θα είναι η πρώτη μας κυκλοφορία με τον Fransesco και θα δείχνει ακριβώς αυτό που μπορούμε να κάνουμε.

Rockpages.gr: Όπως έχεις πει παλιότερα έχετε ξαναηχογραφήσει κάποια από τα παλιότερα τραγούδια, νομίζω ότι ένα θέμα στην ιστορία της μπάντας ήταν πως πολλές φορές δεν ήσουν ικανοποιημένος με το τελικό αποτέλεσμα κάποιου άλμπουμ. Είτε ήταν κάτι στην παραγωγή, στην κατεύθυνση… όπως για παράδειγμα τα άλμπουμ “Mystical”, ή το “Crazy Nights”. Σκέφτηκες ποτέ να κάνεις remix ή ακόμα και να ξαναηχογραφήσεις αυτά που δεν σου άρεσαν τόσο;

Robb Weir: Η αλήθεια είναι πως με τον μάνατζερ μου και το μάνατζερ της μπάντας έχουμε συζητήσει να κάνουμε remix στο “Crazy Nights” γιατί τα τραγούδια που περιέχει είναι τρομερά. Μας στέλνουν πολύ συχνά μηνύματα, είτε στο website, είτε αλλού, οπαδοί που λένε ότι είναι το αγαπημένο τους άλμπουμ. Έτσι, κάναμε μια σύντομη σειρά από sessions, το “Wild Cat Sessions”, που είναι ένα 6-track EP, το “Spellbound Sessions”, που είναι ένα EP 5 ή 6 τραγουδιών και το “Crazy Nights Session”, όπου ξαναηχογραφήσαμε πέντε τραγούδια από “Crazy Nights” χρησιμοποιώντας τη μοντέρνα τεχνολογία. Δυστυχώς, αυτά πλέον δεν βρίσκονται, γιατί έχουν εξαντληθεί. Αλλά, σκοπεύουμε να κάνουμε σύντομα το “The Cage Sessions” και να τα κυκλοφορήσουμε όλα μαζί σαν διπλό CD, αλλά αυτό δεν θα γίνει τώρα. Μιλάμε για 2-3 χρόνια από τώρα.

Rockpages.gr: Υπάρχει μήπως περίπτωση να κυκλοφορήσετε και κάτι από τους Sergeant;

Robb Weir: Για δες… λοιπόν, έχω μιλήσει με τον Tom (ΣΣ, Tom Noble, μάνατζερ των Tygers Of Pan Tang) και για αυτό… ο Tom έχει και τα 10 κομμάτια που ηχογραφήσαμε σαν Sergeant και έχουμε σκοπό να κάνουμε κάτι και με αυτά. Μόνο αυτό μπορώ να σου πω για την ώρα. Σίγουρα, θέλω πολύ να κυκλοφορήσει κάτι γιατί μου άρεσε πολύ το να γράφω εκείνα τα τραγούδια τότε. Έχουν ένα πληθωρικό στυλ. Οπότε, ναι είναι πολύ πιθανό να ξανακυκλοφορήσουν τα τραγούδια των Sergeant, ίσως του χρόνου, ή του παραχρόνου.

Rockpages.gr: Υπάρχει περίπτωση να ξαναδουλέψεις υλικό των Tygers που δεν είχες συμμετάσχει, όπως για παράδειγμα το άλμπουμ “The Wreckage”;

Robb Weir: Όχι, πιστεύω ότι πρέπει να έχεις συμμετάσχει σε κάτι ώστε να έχεις το δικαίωμα να το κάνεις από την αρχή. Εφόσον δεν έπαιξα σε εκείνα τα δυο άλμπουμ δεν νομίζω ότι θα ήταν δίκαιο για τους μουσικούς αν εγώ έπαιζα αλλιώς τα τραγούδια τους, οπότε αυτός είναι ο λόγος που δεν θα το έκανα.

Rockpages.gr: Σου αρέσουν αυτά τα άλμπουμ;

Robb Weir: Ναι! Είναι λίγο διαφορετικά από την κατεύθυνση των Tygers… θα έλεγα ότι είναι πιο AOR, πιο soft και πιο μελωδικά. Έτσι, κατά πάσα πιθανότητα μπορείς να πεις ότι εγώ δεν είχα εμπλακεί στην ηχογράφησή τους, γιατί θα είχαν ένα πιο hard rock χαρακτήρα.

Rockpages.gr: Διάβασα σε μια παλιότερη συνέντευξή σου ότι κρατάς επαφή με όλα τα πρώην μέλη των Tygers.

Robb Weir: Απολύτως, η ζωή είναι πολύ μικρή.

Rockpages.gr: Σου πέρασε ποτέ από το μυαλό να κάνεις ένα άλμπουμ και να τους έχεις όλους σας special guests;

Robb Weir: Ναι, το έχω σκεφτεί. Στις ζωές αρκετών πρώην μελών υπάρχουν παράγοντες που δεν θα τους επέτρεπαν να δεσμευτούν στο να γράψουμε μαζί, ή ακόμα και να κάνουμε πρόβες, ή να ηχογραφήσουμε ένα άλμπουμ. Μιλάμε με τον John Sykes ίσως και μια φορά το μήνα και ακόμα είμαστε καλοί φίλοι. Όταν ο John ήταν στο συγκρότημα περιοδεύαμε σε όλο τον κόσμο, μοιραζόμασταν το ίδιο δωμάτιο, οπότε γνωριζόμαστε καλά. Στο στούντιο του Fred (ΣΣ Purser, έπαιξε κιθάρα και τραγουδούσε δεύτερα φωνητικά στο “The Cage”) ηχογραφήσαμε το “Ritual” και εκείνος ήταν ο μηχανικός, οπότε είμαστε σε επαφή. Δεν ανέλαβε τη μίξη, την κάναμε στην Κοπεγχάγη με τον Soren Andersson. Αλλά, αν μπορούμε, σίγουρα θα το σκεφτούμε πολύ σοβαρά να ξαναπάμε στο στούντιο του Fred για να ηχογραφήσουμε το νέο άλμπουμ. Θα δούμε. Φυσικά, μόλις γίνει η μίξη θα το στείλουμε στην άλλη άκρη του κόσμου, στον Καναδά, στον Harry Hess, που αναλαμβάνει το mastering.

Rockpages.gr: Μιλάς με τον John Sykes μόνο, ή και με τους άλλους;

Robb Weir: Όχι, γιατί ο Rocky (ΣΣ Richard “Rocky” Laws έπαιζε μπάσο και τραγουδούσε δεύτερα φωνητικά από το 1978 ως το 1982) είναι συνταξιούχος δικηγόρος και ο Jon Deverill (ΣΣ, πρώην τραγουδιστής του συγκροτήματος από το 1980 ως το 1982 και από το 1985 ως το 1987) είναι ηθοποιός στο θέατρο, οπότε νομίζω ότι δεν θα ήταν όλοι διαθέσιμοι να δεσμευτούν για ένα τέτοιο project.

Rockpages.gr: Ο John Sykes δεν έχει κυκλοφορήσει τίποτα καινούριο εδώ και πολύ καιρό. Τώρα, έβγαλε ένα single και φαντάζομαι πως θα ακολουθήσει και το άλμπουμ κάποια στιγμή. Πως κι έτσι;

Robb Weir: Του το λέω εδώ και χρόνια να κυκλοφορήσει το άλμπουμ του, αλλά πάντα φαίνεται πως βρίσκει μια δικαιολογία, ή κάτι συμβαίνει που είναι πάνω από αυτόν και δεν μπορεί να το ελέγξει. Γιατί ήθελα να εμπλακεί η δισκογραφική μας εταιρεία με την κυκλοφορία του. Αλλά και τον όποιο λόγο ο John είναι o John και σκέφτεται με τον δικό του τρόπο. Εγώ από τη μεριά μου προσπάθησα… χαχαχα! Πολύ ευγενικά να τον πείσω. Το υλικό θα βγει τώρα. Το single που έχει βγάλει τώρα είναι τρομερό, μου αρέσει πολύ και το προηγούμενο ήταν αρκετά καλό. Έτσι, σιγά σιγά κάτι θα γίνει.

Rockpages.gr: Έχετε δουλέψει με τον Chris Tsangarides, που ήταν ελληνικής/κυπριακής καταγωγής. Μπορεί να μοιραστείς κάποιες αναμνήσεις από εκείνον;

Robb Weir: Ο Chris ήταν ένα διαμάντι. Τρομερός… θυμάμαι πως είχε εμπλακεί στο πρώτο άλμπουμ των Tygers… άκουγα το “Marauder Live”, το τρίτο άλμπουμ των Magnum, αν δεν κάνω λάθος, το οποίο είχε ηχογραφήσει και είχε κάνει παραγωγή ο Chris και μου άρεσε πολύ ο ήχος της κιθάρας. Τότε ο Tony Clarkin χρησιμοποιούσε μια ακουστική Gibson 335 και είναι πολύ δύσκολο – κατά τη γνώμη μου- να πετύχεις ένα τόσο καλό ήχο στην rock κιθάρα γιατί δεν μπορεί η ένταση να είναι πολύ δυνατά, γιατί προκαλείται feedback. Έτσι, μου είχε κάνει εντύπωση πως ο Chris κατόρθωσε να έχει τόσο καλό ήχο. Είπα λοιπόν στον Tom «μου αρέσει αυτό ο ήχος, αυτό ο τύπος ο… Chris» – δεν μπορούσα να προφέρω το επίθετό του τότε! Για χρόνια τον λέγαμε “Chris Tan-Garage-Keys” με το οποίο ξεκαρδιζόταν στα γέλια.

Έτσι, ο Tom ήρθε σε επαφή με την MCR, που μίλησε με τον Chris που τότε δούλευε με τον Gary Moore. Συναντηθήκαμε, ήρθε στην Βορειονατολική Αγγλία και μας είδε να κάνουμε πρόβα και του δώσαμε ένα demo του “Wild Cat”. Αμέσως μετά, το καλοκαίρι του 1980 περιοδεύαμε ασταμάτητα με τους Scorpions, Saxon, Iron Maiden, Magnum, Def Leppard, βασικά με όλους, ώσπου βρεθήκαμε στα Morgan Studios στο Λονδίνο για να ηχογραφήσουμε το “Wild Cat”. Όταν κυκλοφόρησε, το Σεπτέμβριο του 1980, μπήκε κατευθείαν στα charts. Όχι τα rock charts, αλλά τα μουσικά charts και θυμάμαι ότι καθόμασταν σε μια καφετέρια στο σταθμό του King’s Cross με τον Chris και μας είχε πει «νομίζω ότι έχουμε ένα hit-album στα χέρια μας παιδιά». Κι από εκεί και πέρα οι εξελίξεις ήταν ραγδαίες. Όταν ο Chris ασχολήθηκε με το συγκρότημα, πίστεψε πραγματικά σε μας και μας χάρισε αυτόν τον χαρακτηριστικό ήχο. Μετά, χρόνια αργότερα όταν ηχογραφήσαμε το “Noises From The Cat House” και κάναμε τη μίξη δεν ήμασταν πολύ ικανοποιημένοι κι έτσι ο μάνατζερ μας, που δεν ήταν ο Tom εκείνο το διάστημα, ζήτησε από τον Chris να το μιξάρει κι εκείνος δέχτηκε να το αναλάβει. Μετά, το 2012 μπήκαμε και πάλι στο στούντιο του Chris και ηχογραφήσαμε το “Ambush”, του οποίου ανέλαβε την παραγωγή. Αξιαγάπητος άνθρωπος.

Rockpages.gr: Μίλησέ μου για τις επιρροές σου. Τα είδωλά σου στην κιθάρα. Ποια είναι;

Robb Weir: Χμμμ, πάντα λέω ότι είναι ο Mick Box των Uriah Heep. Πάντα πίστευα ότι έχει ένα τρομερό συναίσθημα στο παίξιμό του. Νομίζω επίσης ότι ο Bernie Marsden είναι ένας τρομερός blues κιθαρίστας. Πάντα μου άρεσε και ο Glenn Tipton στους Judas Priest, τα σόλο του ήταν τρομερά.

Rockpages.gr: Πρέπει να είσαι ο πρώτος που αναφέρει τον Mick Box σε αυτή την ερώτηση, είναι πάρα πολύ υποτιμημένος.

Robb Weir: Ναι, πάρα πολύ. Οι Uriah Heep ήταν ένα συγκρότημα όπου τα πλήκτρα είχαν ηγετικό ρόλο, αλλά ο Mick Box ήταν πάντα εκεί και όποτε πήγαινα να τους δω στις αρχές και τα μέσα των ‘70s πάντα στεκόμουν από τη μεριά του μπροστά στη σκηνή κι έτσι μπορούσα να ακούσω ξεκάθαρα τον ήχο της κιθάρας του. Μια Gibson Les Paul και μερικοί Marshal. Δεν μπορείς να κάνεις λάθος!

Rockpages.gr: Πως ένιωσες το 1986 όταν αποφάσισες να φύγεις από το συγκρότημα για να ασχοληθείς με άλλα πράγματα; Ήθελες να ξαναγυρίσεις; Σου έλειπε;

Robb Weir: Νόμιζα ότι δεν μου έλειπε μέχρι που το 1999 ανέβηκα στη σκηνή με 22.000 άτομα από κάτω στη 1 η ώρα το μεσημέρι στο Wacken. Από εκείνη τη στιγμή και μετά αποφάσισα να επαναφέρω τους Tygers με κάποια μορφή. Κι αυτό ακριβώς έκανα.

Έφυγα γιατί είχα μπερδευτεί κάπως. Έφυγα από τους Tygers, μετά ήταν οι Sergeant, αν και δεν κυκλοφορήσαμε άλμπουμ παρόλο που το είχαμε ηχογραφήσει. Αν και νόμιζα ότι θα κυκλοφορήσει. Έπειτα, υπήρχαν και οι Tyger Tyger όπου και πάλι ηχογραφήθηκε ένα άλμπουμ, αλλά δεν κυκλοφόρησε. Έτσι, είχα αγανακτήσει με όλα και αποφάσισα να αποχωρήσω. Πούλησα τα πάντα, κιθάρα, ενισχυτή… τα πάντα. Δεν είχα καμία πρόθεση να επιστρέψω.

Όταν λοιπόν δέχτηκα ένα τηλεφώνημα το 1999 έτρεξα να πάρω δυο κιθάρες και έναν ενισχυτή για εξάσκηση και τα δάχτυλα άρχισαν και πάλι να δουλεύουν. Το rock’n’roll είναι αστείο. Είναι η πιο ωραία αρρώστια που μπορείς να κολλήσεις.

Rockpages.gr: Πόσο δύσκολο είναι ζεις από τη μουσική και να μην έχεις πρωινή δουλειά; Ή να είναι αυτό το χόμπι σου και να έχεις πρωινή δουλειά;

Robb Weir: Ευτυχώς, έχω πρωινή δουλειά, οπότε μπορώ να κάνω και τα δυο, αλλιώς δεν θα μπορούσαμε να παίξουμε. Προφανώς, δεν θα μπορούσες να έχεις εισόδημα από τη μουσική από τον προηγούμενο Μάρτιο μέχρι φέτος τον Οκτώβριο. Αυτό είναι ένα διάστημα 18-19 μηνών. Κανείς δεν μπορεί να ζήσει χωρίς εισόδημα. Έτσι, έχω την πρωινή μου δουλειά, η οποία πληρώνει τους λογαριασμούς. Το βρίσκω τόσο φοβερό όταν παίζουμε σε μεγάλα φεστιβάλ και καθόμαστε την επόμενη μέρα το πρωί να πάρουμε το πρωινό μας και έρχονται διάφορα άτομα στο εστιατόριο, πολλοί από αυτούς γνωστοί μου, και μιλάμε για διάφορα. Το 80% από μουσικούς που δεν πάει το μυαλό σου έχουν πρωινή δουλειά. Και λέω από μέσα μου «ουάου, νόμιζα ότι ήσουν άνετος οικονομικά, αλλά δουλεύεις σαν IT και παίζεις σε συγκρότημα»… αυτό δείχνει ότι η μουσική βιομηχανία δεν είναι αυτό που ήταν.

Rockpages.gr: Αυτό είναι κάτι που έχουν να αντιμετωπίσουν τα νέα συγκροτήματα, αλλά ίσως είναι και κάτι που σου δίνει ένα παραπάνω κίνητρο…

Robb Weir: Σίγουρα σου δίνει. Αλλά, νομίζω ότι η μουσική σκηνή έχει αλλάξει κάπως γιατί κάποτε υπήρχαν πολλά μέρη που μπορούσες να πας να παίξεις και γίνονταν πολλές συναυλίες, για παράδειγμα στα “70s ή τα ‘80s. Νομίζω πως συγκροτήματα που κάποτε έπαιζαν 250 συναυλίες τον χρόνο τώρα παίζουν 150. Και μιλάμε για μεγάλους headliners. Από εκεί που τα συγκροτήματα θα έπαιζαν σε ένα μεγάλο χώρο σε μια πόλη, τώρα παίζουν σε έναν πολύ μικρότερο, ή μπαίνουν 3 και 4 μαζί σε ένα bill προκειμένου να παίξουν σε έναν μεγαλύτερο χώρο.

Rockpages.gr: Τι θυμάσαι από την Ελλάδα;

Robb Weir: Παίξαμε στην Αθήνα, νομίζω το 2003 (ΣΣ, 2009) σε ένα κλαμπ στην καρδιά της πόλης. Νομίζω ότι υπάρχει και υλικό στο YouTube…

Rockpages.gr: Ποια θα έλεγες ότι είναι η καλύτερη συμβουλή που σου έδωσε κάποιος και από την άλλη ποια συμβουλή θα έδινες εσύ σε κάποιον που ασχολείται με τη μουσική;

Robb Weir: Θα ξεκινήσω με το δεύτερο σκέλος της ερώτησης. Θα έλεγα να μην παρατάει ποτέ τα όνειρά του και αυτό δεν είναι κάτι καινούριο. Αν είσαι νέος και παίζεις κιθάρα, τύμπανα, μπάσο, τραγουδάς, ή θες να τραγουδήσεις… δεν μπορείς να τραγουδήσεις, αλλά νομίζεις ότι μπορείς… πάρε μια βούρτσα για τα μαλλιά, στάσου απέναντι στον καθρέπτη, πάρε μια ρακέτα του τένις και ξεκίνα την εξάσκηση, στο χέρι σου είναι. Μόνο εσύ μπορείς να το κάνεις να συμβεί. Μόνο εσύ θα αφιερώσεις τον χρόνο που χρειάζεται για να βελτιώσεις τις ικανότητές σου. Κάποια στιγμή θα συμβεί. Ο κόσμος που ζούμε σήμερα είναι διαφορετικός από εκείνον όταν ξεκινούσα την καριέρα μου στην μουσική. Δεν είχαμε ίντερνετ, κινητά, Tik Tok, Instagram και όλες αυτές τις πλατφόρμες. Πρέπει να χρησιμοποιήσεις την τεχνολογία και να την κάνεις να δουλεύει για εσένα, αντί να δουλέψεις εσύ για αυτήν. Έτσι, θα έλεγα «μην τα παρατάς, συνέχισε! Ο δρόμος είναι μακρύς και δύσκολος».

Όσο για την πρώτη ερώτηση, δεν μπορώ να πω ότι μου έχουν δώσει ποτέ μια καλή συμβουλή. Μπορώ όμως να σου πω μια ιστορία. Το 1982 στην περιοδεία για το “The Cage” παίζαμε στο Hammersmith του Λονδίνου και ήταν sold out. Η μητέρα και ο πατέρας μου ήρθαν από το Isle Of White, ένα μικρό νησάκι απέναντι από το Southampton, και καθόντουσαν στον εξώστη στις μπροστινές θέσεις, ενώ η δισκογραφική μας είχε κλείσει τον χώρο της πισίνας στο Chelsea Holiday Inn για ένα πάρτυ μετά τη συναυλία με μπάρμπεκιου, με πολύ κόσμο, άτομα που νόμιζαν ότι ήταν κάτι και άτομα που ήταν κάτι! Χαχαχα! Η νύχτα κύλισε καλά, όλοι έπεσαν για ύπνο και το επόμενο πρωί καθόμαστε με τους γονείς μου για πρωινό. Και λίγο πριν φύγουν να πάνε να πάρουν το τρένο για να γυρίσουν πίσω ρώτησα τον πατέρα μου, που ήταν συνταξιούχος χειρούργος και έπαιζε λίγο πιάνο, του άρεσε η μουσική, «πως σου φάνηκε η συναυλία πατέρα;» και μου είπε «νομίζω πως ήταν καλή, όλοι έκαναν σαν τρελοί. Είμαι περήφανος για σένα». Μικρή παύση. Με κοιτάζει στα μάτια και μου λέει: «πότε όμως θα έχεις μια αληθινή δουλειά γιε μου;». Ορίστε, αυτή είναι η σοφία των πατεράδων.